Μια μέρα ένας γέρος άντρας ντυμένος με την παράδοση απόλυτα καταβεβλημένος από το πέρασμα των χρόνων, αναζήτησε έναν από τους απογόνους του Στέλιου Νικολιδάκη. Ήθελε απλά να του χαρίσει μια φωτογραφία από εκείνο τον πολύ παλιό καλό καιρό. Είναι απίστευτο και συνάμα πανέμορφο πως κάποιοι άνθρωποι ζουν για να θυμούνται, και να μας θυμίζουν. Εκείνος ο γέροντας μας δημιούργησε την ανάγκη να καταγράψουμε την ιστορία μας, για πρώτη φορά, γιατί είναι από τα λίγα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε τιμώντας την υπέρογκη ύπαρξη τους. Είναι απόλυτη τιμή να έχεις την ευκαιρία να παραδώσεις και εσύ με την σειρά σου, την ιστορία, την τέχνη, την κουλτούρα, την φιλοσοφία, που παραλάβαμε από τις προηγούμενες γενιές.

 
Η πραγματική ιστορία του Κρητικού Φούρνου ξεκινάει πριν πολλά χρόνια κάπου στις Μέλαμπες Ρεθύμνης. Στα τέλη του 18ου αιώνα και συγκεκριμένα το 1870 γεννιούνται 2 δίδυμα αγόρια. Κατά την γέννηση των 2 αγοριών, η μητέρα πεθαίνει. Ο πατέρας μεγαλώνει τα 2 αγοράκια μέχρι τα 3 τους χρόνια αλλά οι τότε πολύ δύσκολες συνθήκες τον αναγκάζουν να δώσει τα παιδιά προς υιοθεσία. Έτσι ξεκινάει και πηγαίνει στην Μεσσαρά όπου δίνει το ένα αγόρι σε μία οικογένεια ενώ το δεύτερο το παραδίδει σε ένα γυναικείο μοναστήρι γνωστό τότε με το όνομα Απεζανές, όπου και θα παραμείνει εκεί μέχρι την ενηλικίωση του. Το πραγματικό όνομα του «καλόγερου» ήταν Γιάννης Παπαζουγλάκης. Η καθημερινή του ενασχόληση στο μοναστήρι ήταν ο φούρνος που διέθετε, όπου ζύμωνε και έψηνε τον 1 και μοναδικό τύπο ψωμιού, τον «Σεβεντούκο». Φτιαχνόταν από κρίθινο αλεύρι και προζύμι. Ένα σφιχτό ψωμί, μικρό σε όγκο και με μεγάλη αντοχή στο χρόνο. Λίγο πριν κλείσει τα 18 του χρόνια, έχοντας την ανάγκη να αναζητήσει τις ρίζες του αποφασίζει να φύγει από το μοναστήρι. Φορώντας τα ράσα του και μη έχοντας άλλα ρούχα να βάλει φεύγει από το μοναστήρι και αναζητά τον δίδυμο αδερφό του στις Μοίρες.

Δυστυχώς όμως τα νέα δεν ήταν αυτά που ήθελε να ακούσει. Έτσι φανερά απογοητευμένος πληροφορείται ότι ο αδερφός του δεν ήταν πλέον στη ζωή. Φτάνοντας στο 1890 και μη έχοντας ρούχα και δουλειά να εργαστεί αποφασίζει να πάει στα Ιεροσόλυμα προκειμένου να ακολουθήσει την καλογερική. Τα πράγματα όμως για άλλη μια φορά δεν ήρθαν όπως τα υπολόγιζε, έτσι μετά από 1 χρόνο, συνειδητοποιώντας ότι το μονοπάτι του καλόγερου δεν είναι αυτό που ήθελε να ακολουθήσει στη ζωή του, αποφασίζει να γυρίσει στην Κρήτη. Φτάνοντας στην Αίγυπτο, και κρατώντας ένα κλαδί πορτοκαλιάς σε ένα μπουκάλι προκειμένου να το διατηρήσει (αργότερα με το συγκεκριμένο κλαδί εμβολίασε πορτοκαλιές και καρποφόρησαν την ποικιλιά Σουλτανί, η οποία παράγεται μέχρι και σήμερα στην περιοχή της Μεσσαράς) παίρνει το δρόμο της επιστροφής.
 
Η μεγάλη του αγάπη ήταν μία και ο καιρός είχε φτάσει για να το δει μπροστά του. Μπαίνοντας πλέον στον 19ο αιώνα, ο Γιάννης Παπαζουγλάκης παντρεύεται την Ειρήνη (αγνώστου γένους) και αποκτούν 4 παιδιά. Την Άννα, την Αικατερίνη, την Ευαγγελία, και τον Γεώργιο. Με σκληρή δουλειά αποκτούν ένα σπίτι στο οποίο δεν θα μπορούσε να μην χτίσει το όνειρο του, που δεν ήταν άλλο, από ένα μεγάλο φούρνο. Εκεί ξεκινάει να περνάει τις ατελείωτες ώρες του φτιάχνοντας Σεβεντούκο και παξιμάδια, τα οποία αντάλλασε με αλεύρι και τρόφιμα.
Ο καιρός περνούσε στην τότε τουρκοκρατούμενη Κρήτη. Τα χρόνια γίνονταν όλο και πιο δύσκολα. Παρ' όλα αυτά κατάφερε, βασιζόμενος στην αγάπη που είχε για την δουλειά του και την πείρα που απέκτησε τα 15 χρόνια στο μοναστήρι, να γίνει ξακουστός στην ευρύτερη περιοχή των Μοιρών. Εκείνα τα χρόνια φαινόταν αδιανόητο ένα τέτοιου είδους εμπόριο, όταν το κάθε σπίτι, διέθετε τον δικό του φούρνο όπου η κάθε νοικοκυρά ζύμωνε μόνη της το δικό της ψωμί. Παρ' όλα αυτά, ο Γιάννης Παπαζουγλάκης, ήταν, αν όχι ο πρώτος αλλά από τους πρώτους στην τότε ανεξάρτητη Κρήτη που άνοιξε το πρώτο αρτοποιείο, στην οποία βασίζεται η σημερινή λογική του, την καθαρά εμπορική μορφή. Και το όνομα αυτού… «Ο Φούρνος του Καλόγερου».
Ο ξακουστός για χρόνια Φούρνος του Καλόγερου λειτουργούσε μέχρι και το θάνατο του, όπου και ανέλαβε ο μικρός του γιος Γεώργιος. Ο Γιάννης Παπαζουγλάκης έφυγε από τη ζωή το 1944, που σηματοδοτείται από την λήξη του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Ο υιός Γεώργιος Παπαζουγλάκης, την ίδια χρονιά αποφασίζει να ανακατασκευάσει το αρτοποιείο του πατέρα του, ως συνεχιστής στο όραμα του. Λίγα χρόνια νωρίτερα και συγκεκριμένα το 1920, η πρωτότοκη κόρη του Γιάννη Παπαζουγλάκη, η Άννα, παντρεύεται τον Νικόλαο Νικολιδάκη, όπου διέμεναν στο χωριό Φανερωμένη. Απέκτησαν 5 παιδιά, τον Ιωάννη, την Αναστασία, τον Αντώνιο, τον Στυλιανό και την Ειρήνη. Το τέταρτο παιδί της οικογένειας, ο Στυλιανός, γεννημένος το 1939 και σε ηλικία μόλις 11 ετών, αποφασίζει ότι στη ζωή του δεν θέλει να γίνει τίποτα άλλο από αρτοποιός.
Ετσι στις 22/6/1950, ξεκινάει στον φούρνο του θείου του όπου και δουλεύει μέχρι και το 1954. Εκείνοι που βίωσαν την μεταπολεμική Ελλάδα θα γνωρίζουν τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι της εποχής. Η καθημερινότητα δυσκόλευε μέρα με την μέρα, οι οικονομικές δυσχέρειες έκλειναν το ένα μαγαζάκι μετά το άλλο. Ο Φούρνος του Καλόγερου αντιμετωπίζοντας τις ίδιες δυσκολίες οδηγήθηκε στο μόνιμο κατέβασμα των ρολών του. Ο Γιώργος Παπαζουγλάκης, αναζητώντας το καλύτερο αύριο, μεταναστεύει στο Βέλγιο όπου διέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Στυλιανός Νικολιδάκης μη μπορώντας να αφήσει το όνειρο του, μεταβαίνει στην πόλη του Ηρακλείου, δουλεύοντας διαδοχικά στα καλύτερα αρτοποιεία της εποχής εκείνης.
Το 1954 έως το 1959 εργάζεται ως αρτεργάτης στον Κωνσταντουράκη Εμμανουήλ στα Δερμιτζίδικα. Το 1959 έως το 1960 θα δουλέψει για τον Βάγια στο Καμαράκι. Το 1960 θα αναγκαστεί να διακόψει την εργασία του, προκειμένου να καλύψει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Θα επιστρέψει το 1962 για να εργαστεί στην περιοχή του Ατσαλένιου και συγκεκριμένα στο αρτοποιείο του Γιαδέλη. Το 1963 τον βρίσκει να εργάζεται στο αρτοποιείο Καλογεράκη, στα καμίνια, ενώ το το 1964 επιστρέφει στο φούρνο του Γιαδελή, μόνο που αυτή τη φορά τον έχει αναλάβει η κόρη του παλιού ιδιοκτήτη όπου και εργάζεται μέχρι το 1967. Αποτυπώνοντας την ιστορία , μου κινήθηκε η εξής απορία. Για ποιο λόγο άλλαζε τόσο τακτικά αφεντικά;  Εκείνη την εποχή όταν ήσουν άριστος σε αυτό που κάνεις, η διεκδίκηση από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες αρτοποιείων γινόταν αφόρητη. Μερικές φορές προσέφεραν πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούσαν να προσφέρουν προκειμένου να έχουν τον καλύτερο μάστορα στο δικό τους φούρνο.
Το 1966 ο Στυλιανός Νικολιδάκης παντρεύεται την εκλεκτή της καρδιάς του Δέσποινα Ασπιρτάκη με την οποία θα αποκτήσει 3 παιδιά. Τον Νίκο, τον Δημήτρη και την Άννα. Και φτάνουμε, 50 χρόνια πριν και συγκεκριμένα στην χρονιά του 1967 όπου θα ξεκινήσει η νεότερη ιστορία του Κρητικού Φούρνου με την ίδρυση του πρώτου καταστήματος στην Ένωση Πεζών.
Ευχαριστούμε πολύ εκείνο τον πολύ παλιό καλό καιρό, που ενώ οι προσωπικές κακουχίες που αντιμετώπιζαν οι άνθρωπο της εποχής εκείνης ήταν πολλές, οι άνθρωποι δεν ξέχασαν ποτέ τα όνειρα τους, δεν εγκατέλειψαν ποτέ την προσπάθεια να πλησιάσουν αν όχι φτάσουν τον στόχο τους και αυτό μας φέρνει εδώ σήμερα, να απολαμβάνουμε μία ιστορία, για μία τέχνη που δεν βασίζεται πουθενά αλλού παρά μόνο στην κουλτούρα και την φιλοσοφία εκείνης της εποχής.
Η ιστορία μας καταγράφεται κομμάτι κομμάτι εδώ και χρόνια και θα ήταν μεγάλη παράλειψη αν δεν λέγαμε ένα τεράστιο ευχαριστώ σε όλους εκείνους που βοήθησαν να πραγματοποιηθεί αυτό το όνειρο. Ευχαριστούμε την οικογένεια (συγγενική και μη) του Κρητικού Φούρνου, παλιούς συναδέλφους, απλούς συγχωριανούς και όλους εσάς που μας βοηθήσατε να συμπληρώσουμε την ιστορίας μας.